αἰκάλλω

αἰκάλλω
Grammatical information: v.
Meaning: `flatter, fondle' (trag.) specifically said of animals
Other forms: only present. αἰκάλος κόλαξ H; αἰκάλη ἀπάτη Zonar.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Looks like a denominative of forms like those given in the glosses (unless these are based on the verb). Etym. unknown.
Page in Frisk: 1,38

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αικάλλω — αἰκάλλω (Α) 1. θωπεύω, κολακεύω 2. (για σκύλους) κουνώ την ουρά κολακευτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αγνωστης ετυμολ. Το ρ. (που χρησιμοποιείται μόνο σε ενεστ. και παρατ.) προέρχεται πιθ. από το ουσ. αἰκάλος «κόλακας» (Ησύχιος), χωρίς να αποκλείεται και το… …   Dictionary of Greek

  • αἰκάλλω — flatter pres subj act 1st sg αἰκάλλω flatter pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκάλλει — αἰκάλλω flatter pres ind mp 2nd sg αἰκάλλω flatter pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκάλλοντι — αἰκάλλω flatter pres part act masc/neut dat sg αἰκάλλω flatter pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκάλλουσι — αἰκάλλω flatter pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) αἰκάλλω flatter pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκάλλουσιν — αἰκάλλω flatter pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) αἰκάλλω flatter pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾔκαλλον — αἰκάλλω flatter imperf ind act 3rd pl αἰκάλλω flatter imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκαλλόμενος — αἰκάλλω flatter pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκάλλειν — αἰκάλλω flatter pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκάλλεις — αἰκάλλω flatter pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰκάλλοντες — αἰκάλλω flatter pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.